Γιατί η λαϊκή οργή δεν ανατρέπει τα αυταρχικά καθεστώτα - Η εκτεταμένη δυσαρέσκεια μπορεί να αποδυναμώσει τις κρατικές δομές, αλλά δεν ορίζει την επιβίωσή τους

 

The toppling of Saddam's statue. Credit: The Guardian






Η διάχυτη λαϊκή δυσαρέσκεια μπορεί να πλήξει τις κρατικές δομές, αλλά δεν καθορίζει την αντοχή τους.

Ο κρίσιμος παράγοντας είναι αν όσοι βρίσκονται εντός του συστήματος επιλέξουν να παραμείνουν πιστοί σε αυτό ή να αποστασιοποιηθούν.



Αν περάσει κανείς αρκετό χρόνο σε συνέδρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή σε πολιτικές συζητήσεις για τη Μέση Ανατολή, ακούει την ίδια παραδοχή ξανά και ξανά: 

Αν εξοργιστούν αρκετοί άνθρωποι με μια κυβέρνηση, αυτή τελικά θα καταρρεύσει. 
Ακούγεται λογικό και είναι πολιτικά βολικό, αλλά δεν επιβεβαιώνεται ούτε στην πράξη ούτε στην ιστορία.

Σε πλήθος περιπτώσεων, από το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν μέχρι τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και τώρα την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, αυτή η προσδοκία παραμένει ζωντανή παρά τις περί του αντιθέτου ενδείξεις. Η λαϊκή οργή, ακόμη και όταν είναι βαθιά και εκτεταμένη, δεν οδηγεί από μόνη της στην κατάρρευση ενός καθεστώτος.

Ο πιο αξιόπιστος δείκτης πρόβλεψης μιας καθεστωτικής αλλαγής δεν είναι το λαϊκό αίσθημα, αλλά η συνοχή, τα κίνητρα και οι πεποιθήσεις εκείνων που βρίσκονται εντός του συστήματος και ελέγχουν τη χρήση βίας.


Η διάκριση αυτή, είναι κομβικής σημασίας για να κατανοήσουμε τόσο την ανθεκτικότητα των καθεστώτων όσο και τα όρια της εξωτερικής επιρροής.
Η Συρία αναφέρεται χαρακτηριστικά ως απόδειξη ότι η ακραία βία μπορεί να γκρεμίσει ένα σύστημα, αλλά η διαδικασία αυτή συνήθως παρερμηνεύεται.

Οι μεγάλης κλίμακας αποστασίες από τον συριακό στρατό δεν προήλθαν από οργανωμένη αντιπολίτευση ή εξωτερικό συντονισμό. Ξεκίνησαν από ατομικές αποφάσεις, που ελήφθησαν σε συγκεκριμένες στιγμές, όταν στρατιώτες αρνήθηκαν να εκτελέσουν διαταγές. 

Στις αρχές της εξέγερσης, στρατιώτες δίσταζαν να πυροβολήσουν πλήθη αναγνωρίζοντας γνωστά πρόσωπα, με ορισμένους να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους αρνούμενοι να εκτελέσουν διαταγές. 
Οι ατομικές αποφάσεις που λήφθηκαν υπό πίεση, άρχισαν συλλογικά να αποδυναμώνουν το σύστημα εκ των έσω.

Ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός (FSA) αποτελούσε μια χαλαρή συμμαχία ένοπλων ομάδων της αντιπολίτευσης που σχηματίστηκε το 2011 κατά τη διάρκεια του Συριακού Εμφυλίου Πολέμου από αποστάτες του συριακού στρατού.

Επιδίωκε την ανατροπή της κυβέρνησης του Μπασάρ αλ Άσαντ, λειτουργώντας ως μια μετριοπαθής, αποκεντρωμένη ανταρτική δύναμη υποστηριζόμενη από δυτικές και περιφερειακές δυνάμεις. Αναδείχθηκε ως μια δομή για την οργάνωση ανδρών που είχαν πλέον ξεπεράσει τα προσωπικά τους όρια. 

Οι αποστασίες δεν είναι ιδεολογικές από αρχής γενέσεώς τους. 
Κατά κανόνα, οδηγούνται από έναν συνδυασμό ορίων που τα άτομα αρνούνται να υπερβούν, από τον αντιλαμβανόμενο κίνδυνο και από τις προσδοκίες σχετικά με τη μελλοντική βιωσιμότητα του καθεστώτος.

Το Ιράν, αντιθέτως, έχει δομηθεί σκόπιμα με τρόπο ώστε να αποτρέπει τέτοιες στιγμές από το να κλιμακωθούν οδηγώντας σε συστημική κατάρρευση. 

Η Ισλαμική Δημοκρατία έχει αναπτύξει μια πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική ασφάλειας, στην οποία οι ευθύνες για την καταστολή συγκεντρώνονται σε μονάδες με ισχυρή ιδεολογική δέσμευση, ιδιαίτερα στο Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC). 

Όπως το έθεσε ο Afshon Ostovar, Επίκουρος Καθηγητής Υποθέσεων Εθνικής Ασφάλειας στη Μεταπτυχιακή Σχολή του Ναυτικού των ΗΠΑ, 
"Το IRGC είναι επιφορτισμένο τόσο με την άμυνα του Ιράν όσο και με την πολύ πιο αόριστη διαφύλαξη του θεοκρατικού συστήματος του Ιράν". 

Η εντολή αυτή υπερβαίνει τις συμβατικές στρατιωτικές λειτουργίες και είναι ριζωμένη σε πολιτικούς και ιδεολογικούς στόχους. 

Οι συνέπειες, είναι σημαντικές. 

Μια δύναμη σχεδιασμένη να υπερασπίζεται ένα σύστημα και όχι απλώς ένα κράτος, είναι δομικά πιο ανθεκτική στην κατάρρευση. 

Η αντοχή της ενισχύεται περαιτέρω από τον διευρυμένο ρόλο του IRGC πέρα από τη στρατιωτική σφαίρα. 
Είναι, όπως περιγράφει ο Ostovar, "μια υπηρεσία ασφαλείας, ένας οργανισμός πληροφοριών, μια κοινωνική και πολιτιστική δύναμη και ένας σύνθετος βιομηχανικός και οικονομικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων".

Στην πραγματικότητα, 
αφομοιώνει το καθεστώς σε πολλαπλά στρώματα της κοινωνίας, συντονίζοντας την πολιτική νομιμοφροσύνη με το οικονομικό συμφέρον και τη θεσμική ένταξη. 


Η προσέγγιση του καθεστώτος απέναντι στη διαφωνία αντανακλά έναν παρόμοιο βαθμό θεσμικής μάθησης. 
Μετά τις διαμαρτυρίες του 2009, οι ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας ενίσχυσαν τις μεθόδους ελέγχου τους, αναπτύσσοντας μια βαθμονομημένη απόκριση που συνδυάζει την επιλεκτική καταστολή με την ελεγχόμενη ανοχή.

Οι μεγάλης κλίμακας διαδηλώσεις αντιμετωπίζονται με οργανωμένες και συχνά βίαιες απαντήσεις, ωστόσο το σύστημα επιδεικνύει την ικανότητα να διαμορφώνει και να κατευθύνει την κινητοποίηση με τρόπους που ενισχύουν την εξουσία του.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, φορείς που συνδέονται με τους ίδιους τους θεσμούς του καθεστώτος συμμετέχουν σε διαδηλώσεις, θολώνοντας τη γραμμή μεταξύ αντιπολίτευσης και έκφρασης εγκεκριμένης από το κράτος. 
Η ικανότητα διαχείρισης της εναντίωσης, έρχεται σε σύγκρουση με την πρώιμη συριακή αντίδραση, όπου η αδιάκριτη βία επιτάχυνε τις διαιρέσεις εντός του μηχανισμού ασφαλείας.


Η ιστορική περίπτωση του Ιράκ υπό τον Σαντάμ Χουσεΐν αποτελεί ένα συμπληρωματικό αλλά διακριτό μοντέλο.

Εκεί, η βιωσιμότητα του καθεστώτος επιτεύχθηκε κυρίως μέσω του εξαναγκασμού και του φόβου, που ενισχύονταν από αλληλοκαλυπτόμενους θεσμούς ασφαλείας και μηχανισμούς συλλογικής τιμωρίας, συμπεριλαμβανομένων των αντιποίνων κατά μελών της οικογένειας, της καταστροφής σπιτιών και της χρήσης της κράτησης ή της εκτέλεσης για την αποτροπή της διαφωνίας σε ολόκληρες κοινότητες. 

Για χρόνια, αυτό το σύστημα διατηρήθηκε όχι επειδή οι άνθρωποι πίστευαν σε αυτό, αλλά επειδή φοβούνταν τις συνέπειες της απομάκρυνσης από αυτό. 

Η αποστασία δεν σήμαινε μόνο ρίσκο για τη ζωή σου αλλά συνεπάγεται κίνδυνο για ολόκληρη την οικογένειά σου. Ο υπολογισμός αυτός είναι που διατήρησε το σύστημα ακέραιο για πολύ περισσότερο από ό,τι πολλοί περίμεναν.
Το 2003, κατέρρευσε μονομιάς. 

Οι στρατιώτες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, όχι επειδή είχαν συντονίσει μια αποστασία, αλλά επειδή το σύστημα που φοβούνταν δεν φαινόταν πια αδιατάρακτο. 

Ολόκληρες μονάδες ανδρών έβγαζαν τις στολές και να επέστρεφαν στα σπίτια τους μέσα σε λίγες ώρες, λες και ολόκληρο το οικοδόμημα στερεώνονταν μόνο στην πεποίθηση ότι ήταν αναπόφευκτο.

Μόλις αυτή η πεποίθηση εξαϋλώθηκε, το ίδιο συνέβη και με το σύστημα.

Τα συστήματα που βασίζονται αποκλειστικά στον φόβο μπορεί να καταστέλλουν την αποστασία, αλλά είναι ευάλωτα στην ξαφνική κατάρρευση -  μόλις διαβρωθεί η αξιοπιστία αυτού του φόβου. 
Συστήματα που συνδυάζουν τον εξαναγκασμό με την ιδεολογία, τη θεσμική αφομοίωση και τα υλικά κίνητρα, όπως στο Ιράν, δείχνουν να είναι πιο ανθεκτικά. 

Ο Robert Ames, ανώτερος αξιωματικός της CIA, του οποίου η καριέρα επικεντρώθηκε στη Μέση Ανατολή, προσέγγισε την περιοχή με μια πειθαρχημένη περιέργεια που συχνά λείπει από τις πολιτικές συζητήσεις.

Κατανόησε ότι η επιρροή απαιτούσε τη συνεργασία με τους πραγματικούς κατόχους της εξουσίας και όχι με εξιδανικευμένες εκδοχές της αντιπολίτευσης. 


Ο Ames αφιέρωσε χρόνια χτίζοντας σχέσεις με πρόσωπα που πολλοί στην Ουάσιγκτον έβλεπαν μόνο ως αντιπάλους. Πίστευε ότι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο έβλεπαν τον κόσμο ήταν απαραίτητη για την πρόβλεψη της συμπεριφοράς τους. 


Όσοι εργάστηκαν μαζί του θυμούνται ότι άκουγε πολύ περισσότερο από όσο μιλούσε και ότι αντιμετώπιζε ακόμη και τους αντιπάλους του ως ορθολογικούς δρώντες που λειτουργούσαν υπό περιορισμούς.

Η προσέγγιση που διάλεξε είχε ένα τίμημα. 

Ο Ames σκοτώθηκε στη βομβιστική επίθεση στην πρεσβεία των ΗΠΑ στη Βηρυτό το 1983, σε μια υπενθύμιση ότι η κατανόηση ενός συστήματος δεν εξουδετερώνει την επικινδυνότητά του. 
Ωστόσο, το έργο του καταδεικνύει σθεναρά ότι η παρερμηνεία του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η εξουσία στην περιοχή μπορεί να αποβεί πολύ πιο επικίνδυνη από την άμεση ενασχόληση μαζί της.

Η οπτική αυτή γωνία είναι ιδιαίτερα επίκαιρη κατά την αξιολόγηση του σύγχρονου Ιράν. 

Ενώ η λαϊκή δυσαρέσκεια είναι με ακρίβεια καταγεγραμμένη, οι κρίσιμες μεταβλητές —η συνοχή της ελίτ, ο έλεγχος των κατασταλτικών θεσμών και η απουσία ενός αξιόπιστου εναλλακτικού κέντρου εξουσίας— παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άθικτες.

Το IRGC και τα συνδεδεμένα με αυτό δίκτυα συνεχίζουν να λειτουργούν τόσο ως μηχανισμός ασφαλείας όσο και ως κοινωνικοοικονομικό σύστημα, έχοντας αφομοιώσει το καθεστώς σε θεμελιώδεις τομείς της κοινωνίας. 

Είναι ακόμη σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η εμφάνιση μιας ένοπλης αντιπολίτευσης δεν είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα του λαϊκού αισθήματος.

Η περίπτωση της Συρίας αποδεικνύει ότι τέτοιοι σχηματισμοί προκύπτουν από αποστασίες εντός του μηχανισμού ασφαλείας και όχι από εξωτερική χορηγία ή πολιτική ηγεσία σε απομόνωση. Χωρίς ένοπλους αποστάτες, εδαφικό διαχωρισμό και προσβάσιμα δίκτυα ανεφοδιασμού, οι απαραίτητες προϋποθέσεις για μια παρατεταμένη εξέγερση δεν υλοποιούνται. 

Στο Ιράν, αυτές οι προϋποθέσεις απουσιάζουν επί του παρόντος.
Στρατηγικές που βασίζονται στην υπόθεση ότι η οικονομική πίεση, η λαϊκή δυσαρέσκεια ή τα εξωτερικά μηνύματα θα οδηγήσουν άμεσα σε αλλαγή καθεστώτος, είναι απίθανο να επιτύχουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.

Ενώ τέτοιοι παράγοντες μπορεί να συμβάλλουν στη μακροπρόθεσμη καταπόνηση του συστήματος, δεν δημιουργούν από μόνοι τους τα εσωτερικά ρήγματα που απαιτούνται για την ανατροπή του καθεστώτος. 

Ένα πιο ρεαλιστικό πλαίσιο εστιάζει στην παρακολούθηση δεικτών όπως ο κατακερματισμός της ελίτ, οι μετατοπίσεις στη συμπεριφορά των θεσμών ασφαλείας και οι αλλαγές στις αντιλήψεις των "εκ των έσω" για την ανθεκτικότητα του καθεστώτος. Οι μεταβλητές αυτές, και όχι μόνο η κοινή γνώμη, αποτελούν πιο αξιόπιστους δείκτες πρόβλεψης μιας συστημικής αλλαγής.

Το κεντρικό αναλυτικό συμπέρασμα είναι επομένως, απλό αλλά συχνά υποβαθμίζεται: 
Τα καθεστώτα δεν καταρρέουν όταν χάνουν τη δημοτικότητά τους.

Καταρρέουν όταν χάνουν την εσωτερική τους συνοχή. 

Μέχρι να υπερβληθεί αυτό το όριο, ακόμη και εξαιρετικά μη δημοφιλή συστήματα μπορούν να επιβιώσουν για εκτεταμένες περιόδους, προσαρμοζόμενα στην πίεση ενώ διατηρούν τον έλεγχο. Όταν όμως το όριο αυτό επιτευχθεί, η αλλαγή τείνει να συμβαίνει γρήγορα και απρόβλεπτα, φαντάζοντας συχνά αναπόφευκτη μόνο εκ των υστέρων.

Η κατανόηση αυτής της διάκρισης δεν αποτελεί απλώς μια ακαδημαϊκή άσκηση. Διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο κυβερνήσεις, αναλυτές και ακτιβιστές προσεγγίζουν κρίσεις του πραγματικού κόσμου.


Η παρερμηνεία του τρόπου λειτουργίας της εξουσίας —υποθέτοντας ότι η οργή στους δρόμους θα μεταφραστεί σε αλλαγή στην κορυφή— οδηγεί σε εσφαλμένες στρατηγικές, άστοχες προσδοκίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρατεταμένη αστάθεια και αυξημένη βία.



Κείμενο του: Faisal Saeed Al Mutar, στο Middle East Uncovered, 24 Μαρτίου 2026


Comments

Popular posts from this blog

History and Meaning of Curtsy

Idiom: "to lead someone up (or down) the garden path"