Εξακολουθεί η Χεζμπολάχ να είναι απειλή;
![]() |
Φωτογραφία: Υψώνοντας σημαίες της Χεζμπολάχ και του Ιράν σε συγκέντρωση στη Βηρυτό, Λίβανος, Μάρτιος 2026. Φωτογραφία: Mohamed Azakir / Reuters
Η Χεζμπολάχ, ο πληρεξούσιος του Ιράν στον Λίβανο, προσχώρησε στον πόλεμο κατά των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, εκτοξεύοντας πυραύλους και drones εναντίον ισραηλινών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, ως απάντηση στη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν και άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων. Το Ισραήλ απάντησε άμεσα σκοτώνοντας τον αρχηγό πληροφοριών της Χεζμπολάχ και βομβαρδίζοντας θέσεις της οργάνωσης στον Λίβανο.
Την Τρίτη (3 Μαρτίου), το Ισραήλ έστειλε περισσότερες χερσαίες δυνάμεις στον νότιο Λίβανο και προειδοποίησε 80 χωριά να εκκενωθούν.
Ο αγώνας του Ισραήλ ενάντια στη Χεζμπολάχ δεν θα είναι εύκολος.
Η Χεζμπολάχ παραμένει βαθιά ριζωμένη στον Λίβανο, και η δυσλειτουργία του στρατού του Λιβάνου και του πολιτικού συστήματος, εμποδίζει την εξάρθρωση της οργάνωσης.
Η Χεζμπολάχ προσαρμόζεται στον πόλεμο προάγοντας νέα ηγετικά στελέχη για να αντικαταστήσουν όσους έπεσαν και αποκεντρώνοντας τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις.
Η οργάνωση διαθέτει επίσης ακόμη ρουκέτες, drones και πυραύλους προς εκτόξευση, ενώ πιθανότατα μπορεί να εξαπολύσει τρομοκρατικές επιθέσεις στο εξωτερικό, όπως έχει κάνει στο παρελθόν.
Το Ισραήλ πολεμά τη Χεζμπολάχ για πάνω από 40 χρόνια —άλλοτε με διαλείπουσες επιθέσεις και άλλοτε με μαζικούς βομβαρδισμούς και περιορισμένες εισβολές στον Λίβανο— και η οργάνωση, αν και καταπονημένη, επιβίωσε.
Όμως η Χεζμπολάχ, που κάποτε είχε χαρακτηριστεί από ανώτερο αξιωματούχο των ΗΠΑ ως η "εθνική ομάδα των τρομοκρατών" (A-team of terrorists), δεν είναι πλέον αυτή που ήταν. Από το 2023, η οργάνωση έχει εξουθενωθεί από τις επιθέσεις του Ισραήλ, ενώ ο επί σειρά ετών σύμμαχός της, το καθεστώς του Σύρου Προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ, έχει καταρρεύσει.
Ο προστάτης της, το Ιράν, έχει πληγεί από τις αεροπορικές επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ —τόσο τις συνεχιζόμενες όσο και εκείνες του περασμένου Ιουνίου— καθώς και από εσωτερικές αναταραχές.
Επιπλέον, οι εγχώριοι αντίπαλοι της Χεζμπολάχ, που για καιρό παρέμεναν πτοημένοι από τη λαϊκή απήχηση της οργάνωσης και την ετοιμότητά της να δολοφονεί, τελικά υψώνουν το ανάστημά τους.
Πολιτικά, η Χεζμπολάχ σήμερα ίσως είναι πιο αδύναμη από οποιαδήποτε άλλη στιγμή από την ίδρυσή της, τη δεκαετία του 1980.
Με άλλα λόγια, η Χεζμπολάχ έχει υποστεί πλήγμα, αλλά δεν έχει εξουδετερωθεί.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και οι περιφερειακοί εταίροι θα πρέπει να εκμεταλλευτούν την αδυναμία του Ιράν για να εντείνουν ακόμη περισσότερο την πίεση προς τη Χεζμπολάχ.
Είναι εφικτό να αποδυναμωθεί μόνιμα η ισχύς και η επιρροή της οργάνωσης, αλλά αυτό θα απαιτήσει συνεχή πίεση, μακροπρόθεσμη επένδυση στους κρατικούς θεσμούς —συμπεριλαμβανομένων των ενόπλων δυνάμεων του Λιβάνου— και προσεκτική διπλωματία.
Από στρατός - πολιτοφυλακή
Οι δοκιμασίες της Χεζμπολάχ ξεκίνησαν στις 8 Οκτωβρίου 2023, την επομένη της καταστροφικής επίθεσης της Χαμάς στο Ισραήλ.
Μετά από δεκαετίες συγκρούσεων, η Χεζμπολάχ και το Ισραήλ αντάλλασσαν περιορισμένα πλήγματα, είδει "οφθαλμόν αντί οφθαλμού" για μήνες.
Τον Σεπτέμβριο του 2024, ωστόσο, το Ισραήλ πέρασε στην αντεπίθεση.
Σκότωσε ή τραυμάτισε πάνω από 1.000 μέλη της Χεζμπολάχ πυροδοτώντας εκρηκτικά που ήταν κρυμμένα στους βομβητές και τους ασυρμάτους τους.
Το Ισραήλ συνέχισε πλήττοντας στρατιωτικές θέσεις της Χεζμπολάχ, δολοφονώντας υψηλόβαθμους αξιωματούχους –συμπεριλαμβανομένου του επί σειρά ετών ηγέτη της οργάνωσης, Χασάν Νασράλα– και εισβάλλοντας στον νότιο Λίβανο. Κλονισμένες από αυτές τις επιθέσεις, οι πολυδιαφημισμένες στρατιωτικές δυνάμεις της Χεζμπολάχ και το οπλοστάσιο ρουκετών και πυραύλων της αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά.
Τον Νοέμβριο του 2024, η οργάνωση συμφώνησε σε κατάπαυση του πυρός, βάσει της οποίας απέσυρε τις δυνάμεις της νότια του ποταμού Λιτάνι –ο οποίος βρίσκεται 32 χιλιόμετρα (συγκεκριμένα 32,18 χλμ.) από τα ισραηλινά σύνορα– για να αντικατασταθούν από τις ένοπλες δυνάμεις του Λιβάνου.
Ο διάδοχος του Νασράλα, Ναΐμ Κασέμ, παραδέχθηκε δημόσια ότι η Χεζμπολάχ υπέστη 18.000 απώλειες στις μάχες, συμπεριλαμβανομένων 5.000 θανάτων.
Το Ισραήλ ισχυρίστηκε ότι είχε καταστρέψει το 80% του οπλοστασίου ρουκετών της οργάνωσης.
Άλλες απώλειες ήταν λιγότερο απτές.
Ο Κασέμ, για παράδειγμα, είναι αισθητά λιγότερο χαρισματικός και επιβλητικός από ό,τι ήταν ο Νασράλα.
Όπως έγραψε η αναλύτρια για τον Λίβανο, Hanin Ghaddar: "Η Χεζμπολάχ υποβιβάστηκε από στρατό σε πολιτοφυλακή".
Ωστόσο, ακόμη και μετά τις μάχες, η Χεζμπολάχ μπορούσε ακόμα να παρατάξει 25.000 ρουκέτες και πυραύλους, καθώς και μεταξύ 40.000 και 50.000 μαχητές πλήρους και μερικής απασχόλησης και εφεδρικές δυνάμεις.
Μετά την κατάπαυση του πυρός το Ισραήλ διατήρησε πέντε στρατιωτικά φυλάκια εντός του λιβανέζικου εδάφους και έβαλλε τακτικά κατά της Χεζμπολάχ, γεγονός που η οργάνωση χαρακτήρισε παραβίαση της εκεχειρίας.
Μεταξύ του Νοεμβρίου 2024 (Η κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ τέθηκε επίσημα σε ισχύ στις 27 Νοεμβρίου 2024, στις 04:00 το πρωί).
Η συμφωνία ανακοινώθηκε την προηγούμενη ημέρα, 26 Νοεμβρίου, από τον τότε Πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν και τον Ισραηλινό Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, όταν συμφωνήθηκε η κατάπαυση του πυρός, και του ξεσπάσματος του πολέμου στο Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026, η Χεζμπολάχ αντέδρασε ελάχιστα στις ισραηλινές επιχειρήσεις, πιστεύοντας (πιθανώς σωστά) ότι η αντίσταση θα ήταν αναποτελεσματική και θα μπορούσε να οδηγήσει σε οδυνηρά αντίποινα. Ωστόσο, η συγκρατημένη αντίδραση της οργάνωσης της κόστισε μέρος της αξιοπιστίας της μεταξύ των βασικών υποστηρικτών της.
Η Χεζμπολάχ, άλλωστε, αυτοπροβάλλεται ως μέρος ενός κινήματος αντίστασης κατά του ισραηλινού κράτους.
Η οργάνωση δεν υπέστη πλήγμα μόνο σε στρατιωτικό επίπεδο και σε επίπεδο φήμης, αλλά και οικονομικά.
Καθώς προχωρούσε το 2024, το Ισραήλ βομβάρδισε υποκαταστήματα μιας τράπεζας που συνδέεται με τη Χεζμπολάχ, σε μια προσπάθεια να πλήξει την οικονομική υποδομή της οργάνωσης.
Παράλληλα, ανταποκρινόμενη στις πιέσεις των ΗΠΑ, η λιβανέζικη κυβέρνηση επέβαλε ορισμένους περιορισμούς στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Χεζμπολάχ.
Εν τω μεταξύ, τα έξοδα της οργάνωσης έχουν εκτοξευτεί:
Πρέπει να στρατολογήσει νέους μαχητές, να αποκτήσει νέα όπλα και να φροντίσει τις οικογένειες όσων σκοτώθηκαν στην υπηρεσία της.
Σύμφωνα με το ειδησεογραφικό μέσο The New Arab, η Χεζμπολάχ έχει παγώσει ή μειώσει τις πληρωμές προς τους μαχητές της και τα εξαρτώμενα μέλη.
Λίγοι οι φίλοι, περισσότεροι οι εχθροί
Η φθίνουσα υποστήριξη από ξένες κυβερνήσεις έχει επιδεινώσει τα προβλήματα της Χεζμπολάχ. Τον Δεκέμβριο του 2024, το καθεστώς Άσαντ, το οποίο υποστήριζε τη Χεζμπολάχ για δεκαετίες, ανατράπηκε και αντικαταστάθηκε από μια κυβέρνηση σθεναρά αντίθετη προς την οργάνωση.
Οι νέοι ηγεμόνες της Συρίας παρεμποδίζουν πλέον τη ροή όπλων προς τον Λίβανο και έχουν πατάξει το εμπόριο ναρκωτικών, το οποίο αποτελούσε κάποτε πηγή εσόδων για τη Χεζμπολάχ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τη σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, απέκοψαν επίσης τη Χεζμπολάχ από έναν σημαντικό κόμβο για τα διεθνή της δίκτυα λαθρεμπορίου.
Το Ιράν θεωρητικά, παραμένει προσηλωμένο στη Χεζμπολάχ, αλλά βρίσκεται επίσης σε δυσχερή θέση. Πριν από το 2023, το Ιράν παρείχε στη Χεζμπολάχ περίπου 700 εκατομμύρια δολάρια ετησίως (περίπου 664 εκατομμύρια ευρώ), ποσό που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος του ετήσιου προϋπολογισμού της οργάνωσης. Θα ήταν δύσκολο για την Τεχεράνη να στείλει έστω και ένα παραπλήσιο ποσό σήμερα.
Οι υποδομές του Ιράν έχουν καταστραφεί από πλήγματα των ΗΠΑ και του Ισραήλ, και η οικονομία του παραπαίει λόγω κακοδιαχείρισης και κυρώσεων.
Τα τελευταία οκτώ χρόνια, η αγοραστική δύναμη των Ιρανών έχει μειωθεί περισσότερο από 90%.
Οι εγχώριες διαμαρτυρίες του Ιανουαρίου, κατά τις οποίες η ιρανική κυβέρνηση πυροβόλησε χιλιάδες δικούς της πολίτες, πυροδοτήθηκαν αρχικά από την κατάρρευση του ιρανικού νομίσματος και μια ευρύτερη κρίση ακρίβειας.
Οι εγχώριες διαμαρτυρίες του Ιανουαρίου, κατά τις οποίες η ιρανική κυβέρνηση πυροβόλησε χιλιάδες δικούς της πολίτες, πυροδοτήθηκαν αρχικά από την κατάρρευση του ιρανικού νομίσματος και μια ευρύτερη κρίση ακρίβειας.
Η επόμενη ιρανική κυβέρνηση, ακόμη και αν κυριαρχείται από σκληροπυρηνικούς κληρικούς ή μέλη του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, ενδέχεται να διακόψει ή τουλάχιστον να μειώσει σημαντικά τη βοήθεια προς τη Χεζμπολάχ, είτε επειδή δεν θα μπορεί να τη στηρίξει οικονομικά είτε επειδή θα μπορούσε να δεσμευτεί να το πράξει μέσω μιας ενδεχόμενης συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δικαιολόγησε τον πόλεμό του, εν μέρει, επισημαίνοντας την υποστήριξη της Τεχεράνης σε "τρομοκρατικές πολιτοφυλακές".
Η οργάνωση πάσχει επίσης από κρίση αντικατασκοπείας.
Μέσω των εκρήξεων των βομβητών και μιας σειράς δολοφονιών, το Ισραήλ απέδειξε ότι είχε διεισδύσει βαθιά στις τάξεις της. (Οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες ήταν εξίσου επιτυχείς και στο Ιράν).
Η Χεζμπολάχ πρέπει τώρα να απαλλαγεί από τους κατασκόπους και να θωρακίσει τα συστήματα επικοινωνίας της — καθήκοντα που είναι τρομακτικά σε καιρό ειρήνης και σχεδόν αδύνατο να επιτευχθούν ενώ βρίσκεται υπό πολιορκία από το Ισραήλ.
Οι ηγέτες της Χεζμπολάχ πιθανότατα δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, πόσω μάλλον να εμπιστευτούν ο ένας τον άλλον.
Αντίπαλες παρατάξεις εντός του Λιβάνου προκαλούν επίσης τη Χεζμπολάχ με τρόπους μικρούς και μεγάλους, δείχνοντας προφανώς λιγότερο πτοημένες από την αποδυναμωμένη οργάνωση.
Οι ένοπλες δυνάμεις του Λιβάνου έχουν αναπτυχθεί στον νότιο Λίβανο για να αφοπλίσουν και να αντικαταστήσουν τις δυνάμεις της Χεζμπολάχ εκεί —μια κίνηση που θα ήταν αδιανόητη πριν από το 2023— και έχουν μάλιστα ερευνήσει σπίτια για όπλα που ανήκουν στη Χεζμπολάχ, ανταποκρινόμενες στις ισραηλινές απαιτήσεις.
Επιπλέον, οι ένοπλες δυνάμεις του Λιβάνου ελέγχουν πλέον το αεροδρόμιο της Βηρυτού, το οποίο η Χεζμπολάχ χρησιμοποιούσε επί χρόνια για την μεταφορά όπλων και εφοδίων.
Τον Νοέμβριο, ο Πρόεδρος του Λιβάνου, Ζοζέφ Αούν, έσπασε ένα ταμπού, με την παραδοχή ότι η χώρα "δεν είχε άλλη επιλογή" από το να διαπραγματευτεί με το Ισραήλ, είτε για την οριοθέτηση των συνόρων είτε, ακόμη πιο φιλόδοξα, για μια ειρηνευτική συμφωνία.
Οι εχθροί της Χεζμπολάχ πιθανότατα θα αποθρασυνθούν ακόμη περισσότερο καθώς το Ιράν δοκιμάζεται από τον τελευταίο γύρο συγκρούσεων.
Τη Δευτέρα (2 Μαρτίου), ως απάντηση στην επίθεση της Χεζμπολάχ κατά του Ισραήλ, η κυβέρνηση του Λιβάνου ανακοίνωσε την απαγόρευση των στρατιωτικών δραστηριοτήτων της οργάνωσης — μια απαγόρευση που δεν μπορεί μεν να επιβάλει στην πράξη, αλλά το πνεύμα πίσω από αυτήν δείχνει μεγαλύτερη προθυμία για αντίσταση στην ομάδα.
Ολοκληρώνοντας το καθήκον
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Χεζμπολάχ έγκειται στην αδυναμία των εγχώριων αντιπάλων της.
Οι ένοπλες δυνάμεις του Λιβάνου δεν είναι πρόθυμες και πιθανότατα ούτε ικανές να αντιμετωπίσουν τη Χεζμπολάχ κατά μέτωπο σε ολόκληρη τη χώρα.
Παρόλο που πολλά πρόσωπα εντός της κυβέρνησης του Λιβάνου αντιτίθενται στη Χεζμπολάχ, είναι και αυτοί διχασμένοι και έχουν ιστορικό συγκρούσεων μεταξύ τους.
Η Χεζμπολάχ διατηρεί επίσης υποστήριξη, αν και απρόθυμα, ανάμεσα στη σιιτική κοινότητα του Λιβάνου, η οποία αποτελεί περίπου το 40% του πληθυσμού.
Πολλοί Σιίτες μουσουλμάνοι του Λιβάνου είναι αποξενωμένοι από τη διαφθορά της Χεζμπολάχ, το σύστημα προστασίας (εκβιασμούς) και τη βία της, αλλά δεν έχουν καμία σαφή εναλλακτική λύση. Βασίζονται στην οργάνωση για να διεκδικήσουν το μερίδιό τους στην πολιτική πίτα του Λιβάνου.
Η εξουσία στον Λίβανο είναι κατανεμημένη με βάση θρησκευτικά κριτήρια και η Χεζμπολάχ είχε καλή απόδοση στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2025.
Η οργάνωση θα πράξει επίσης ό,τι μπορεί για να αντισταθεί στον στόχο του Ισραήλ και των ΗΠΑ για πλήρη αφοπλισμό.
Τα όπλα άλλωστε, είναι αναπόσπαστα από την αυτοεικόνα της.
Άλλωστε και στη σημαία της, φιγουράρει απειλητικά ως σύμβολο ένα τουφέκι.
Θα μπορούσε όμως να υπάρξει ελπίδα για έναν μερικό αφοπλισμό;
Πέρυσι, η οργάνωση διεξήγαγε εσωτερικές συζητήσεις για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει κάτι τέτοιο.
Πιο πρόσφατα, ο στρατός του Λιβάνου παρουσίασε το όραμά του για τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ μεταξύ των ποταμών Λιτάνι και Αουάλι.
«Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Χεζμπολάχ έγκειται στην αδυναμία των εσωτερικών της αντιπάλων»
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεχίσουν να αποδυναμώνουν τη Χεζμπολάχ ενισχύοντας τους θεσμούς του λιβανέζικου κράτους, συμπεριλαμβανομένων των ενόπλων δυνάμεών του.
Κάποια στρατιωτική και οικονομική βοήθεια θα κλαπεί, ενώ άλλα προγράμματα θα αποδειχθούν αναποτελεσματικά —όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν.
Παρόλο που η πρόοδος στην οικοδόμηση των ενόπλων δυνάμεων υπήρξε περιορισμένη, η επένδυση εξακολουθεί να αξίζει τον κόπο.
Η Ουάσιγκτον θα πρέπει επίσης να παράσχει υποστήριξη στο κράτος του Λιβάνου ώστε αυτό —και όχι η Χεζμπολάχ— να ηγηθεί της ανασυγκρότησης της χώρας.
Σύμφωνα με εκτίμηση της Παγκόσμιας Τράπεζας το 2025, ο Λίβανος χρειάζεται 11 δισεκατομμύρια δολάρια (περίπου 10,4 δισεκατομμύρια ευρώ) για την ανοικοδόμησή του, και αυτό χωρίς να συνυπολογίζονται οι ζημιές που προέκυψαν από αυτόν τον τελευταίο γύρο συγκρούσεων.
Οι πολίτες του Λιβάνου, ιδιαίτερα οι Σιίτες, θα στραφούν στη Χεζμπολάχ για υπηρεσίες εάν η κυβέρνηση δεν μπορεί να τις παράσχει.
Στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών θα πρέπει να είναι η σταδιακή αύξηση της κυβερνητικής επιρροής στον Λίβανο και η δημιουργία χώρου για την ανάδυση λιγότερο βίαιων εναλλακτικών λύσεων έναντι της Χεζμπολάχ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει επίσης να εργαστούν προσεκτικά ώστε να φέρουν τη λιβανέζικη κυβέρνηση και το Ισραήλ στο ίδιο μήκος κύματος.
Οι ΗΠΑ οφείλουν να ενθαρρύνουν την κυβέρνηση του Λιβάνου να διαπραγματευτεί μια κατάπαυση του πυρός με το Ισραήλ, με την υπόσχεση της διαρκούς ειρήνης.
Μια ισραηλινή αποχώρηση από τον Λίβανο θα πρέπει να αποτελεί μέρος αυτών των διαπραγματεύσεων:
Όσο το Ισραήλ κατέχει λιβανέζικο έδαφος, η Χεζμπολάχ μπορεί να ισχυρίζεται ότι πρέπει να παραμείνει ένοπλη για να υπερασπιστεί την κυριαρχία του Λιβάνου.
Στόχος της Ουάσιγκτον θα πρέπει να είναι να καταδείξει ότι οι διαπραγματεύσεις, και όχι η αντίσταση, θα οδηγήσουν σε θετική αλλαγή για τον Λίβανο και ότι η προκλητικότητα της Χεζμπολάχ έχει κόστος για τους πολίτες του Λιβάνου.
Με αυτόν τον τρόπο, η Χεζμπολάχ είτε θα συγκατατεθεί στις συνομιλίες είτε θα διακινδυνεύσει να κατηγορηθεί ότι παρασύρει τους αμάχους του Λιβάνου ξανά στον πόλεμο.
Οποιεσδήποτε επιτυχίες των ΗΠΑ κατά του Ιράν, τόσο στον στρατιωτικό τομέα όσο και στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, μπορούν επίσης να βοηθήσουν στην υπονόμευση της Χεζμπολάχ. Ακόμη και αν η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να πείσει την Τεχεράνη να εγκαταλείψει τους πληρεξουσίους της, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να εξαντλήσουν το Ιράν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην μπορεί πλέον να τους παρέχει μαζική χρηματοδότηση — κλονίζοντας έτσι το κύρος του Ιράν ως αξιόπιστου προστάτη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα πρέπει επίσης να εκμεταλλευτούν την εξασθενημένη θέση της Τεχεράνης και να στηρίξουν τους αντιπάλους της Χεζμπολάχ στο εσωτερικό της χώρας.
Τουλάχιστον, μια τέτοια συνεχιζόμενη πίεση θα κρατήσει τη Χεζμπολάχ σε κατάσταση αστάθειας.
*Το αρχικό άρθρο δημοσιεύτηκε στο Foreign Affairs, στις 4 Μαρτίου 2026 , με τίτλο "Is Hesbollah still a Threat?"

Comments
Post a Comment