O Αμερικανός μονάρχης πηγαίνει στον πόλεμο - τι απέγιναν οι ιδρυτικές αρχές του συντάγματος;

 

Εικόνα: Matteo Giuseppe Pani / The Atlantic*

 


Η Αμερική βρίσκεται σε πόλεμο για σχεδόν μια εβδομάδα, αλλά ο πρόεδρος που ξεκίνησε τον πόλεμο, δεν μπορεί να εξηγήσει το γιατί. 
    Είτε το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν έπρεπε να καταστραφεί επειδή το Ιράν απείχε "πιθανώς μια εβδομάδα" από το να διαθέτει το υλικό για μια βόμβα, σύμφωνα με τον σύμβουλο του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ. 
    Είτε το Ιράν "δεν εμπλούτιζε" ουράνιο, σύμφωνα με τον Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.
    Ή ίσως το Ιράν απειλούσε τις βάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους στην περιοχή, σύμφωνα με τον Υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ.       Ένας σύμβουλος δήλωσε στο CNN ότι υπήρχαν "αποδείξεις" πως το Ιράν ετοιμαζόταν να πλήξει τις αμερικανικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή, αλλά ο Ρούμπιο δήλωσε αργότερα ότι το Ιράν αποτελούσε "επικείμενη απειλή" επειδή θα ανταπέδιδε αν δεχόταν επίθεση από το Ισραήλ —κάτι που δεν είναι ο ορισμός της "επικείμενης απειλής".
    Οι ΗΠΑ ξεκινούν πόλεμο για να επιβάλουν αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, ή ίσως και όχι —εξαρτάται από το ποιον ρωτάς και πότε. 
    Η επιχείρηση θα είναι σύντομη —ή ίσως και να μην είναι. 
Μια απλούστερη εξήγηση είναι ότι η κυβέρνηση δεν σχεδίασε σωστά προτού επιτεθεί σε μια άλλη χώρα και αναφλέξει μια περιφερειακή σύρραξη στη Μέση Ανατολή, ούτε έχει προβλέψει τι θα ακολουθήσει. 
    Οι πιθανές συνέπειες είναι καταστροφικές, συμπεριλαμβανομένου τόσο του κόστους σε ανθρώπινες ζωές όσο και των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων για την περιοχή και τους λαούς της.
    Οι οικονομικές συνέπειες, δεδομένης της παραγωγής πετρελαίου του Ιράν και του ελέγχου του στα Στενά του Ορμούζ, θα μπορούσαν επίσης να είναι σημαντικές.
    Η αμερικανική κυβέρνηση δεν είχε κανένα σχέδιο για την εκκένωση των πολιτών της από την περιοχή, πόσο μάλλον για το ποιος θα αναλάμβανε το Ιράν μόλις η ηγεσία του ανατρεπόταν ή σκοτωνόταν. 
    Κανείς δεν έχει ιδέα ποιες θα είναι οι επιπτώσεις εδώ, ούτε φαίνεται κάποιος σε θέση εξουσίας να ανησυχεί ιδιαίτερα.
    Στον απόηχο της απρόκλητης επίθεσης που εξαπέλυσε ο Πρόεδρος Τραμπ κατά του Ιράν, χωρίς άμεση δικαιολογία, σχέδιο ή στρατηγική εξόδου, πολλοί Δημοκρατικοί ζήτησαν ψηφοφορία για ένα ψήφισμα σχετικά με τις πολεμικές εξουσίες (war-powers resolution), το οποίο θα μπορούσε να περιορίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν.
    Η διαδικαστική ένσταση είναι μια διαχρονική αγαπημένη τακτική των Δημοκρατικών. Τους επιτρέπει να παραπονιούνται ότι οι Ρεπουμπλικάνοι παραβίασαν τους κανόνες, αποφεύγοντας παράλληλα να πάρουν θέση για την ίδια τη σύγκρουση — μια θέση που θα μπορούσε αργότερα να αποδειχθεί μη δημοφιλής, αν οι ψηφοφόροι καταλήξουν να πιστεύουν ότι ο πόλεμος πήγε καλά. 
    Σε αυτή την περίπτωση, η ψηφοφορία συγκαλύπτει επίσης τις εσωτερικές διαιρέσεις των Δημοκρατικών, δεδομένου ότι η κοινοβουλευτική τους ομάδα είναι διχασμένη ανάμεσα σε "γεράκια" που διάκεινται ευνοϊκά προς μια επίθεση στο Ιράν και σε εκείνους που απορρίπτουν την επίθεση εξ ολοκλήρου.
    Όσο δελεαστικό κι αν είναι να απορρίψει κανείς αυτή την ψηφοφορία ως τυπική δειλία των Δημοκρατικών, η διαδικασία είναι παρ' όλα αυτά εξαιρετικά σημαντική εδώ.
    Το ποιος μπορεί να αποφασίσει πότε μια χώρα θα πάει σε πόλεμο αποτελεί μια από τις κρίσιμες διακρίσεις ανάμεσα σε μια δημοκρατία και μια μοναρχία.
    Η απόφαση των Ιδρυτών να δώσουν στο Κογκρέσο την εξουσία να κηρύσσει πόλεμο δεν είναι τυχαία. 
    Ήταν μία από τις πολλές εσκεμμένες κινήσεις για να περιοριστεί η ικανότητα ενός ηγέτη να διεξάγει πόλεμο με βάση τη μνησικακία, την παρόρμηση ή το προσωπικό όφελος. 
    Οι περιορισμοί στην ικανότητα της εκτελεστικής εξουσίας να διεξάγει πόλεμο υπάρχουν για να διασφαλίζουν ότι, αν το έθνος επιλέξει να πάει σε πόλεμο, θα το πράξει μόνο μετά από προσεκτικό σχεδιασμό και διαβούλευση.            Δηλαδή, το ακριβώς αντίθετο από αυτό που συνέβη εδώ.
    Οι Ρεπουμπλικάνοι υποτίθεται ότι λατρεύουν τους Ιδρυτές ως θρησκεία, αλλά στην πραγματικότητα δεν σέβονται τις πεποιθήσεις και τις δημοκρατικές αρχές τους.
    Αντιθέτως, βλέπουν τους Ιδρυτές της Αμερικής ως συμβολικές φιγούρες που επιστρατεύονται υπέρ οποιουδήποτε τρέχοντος αφηγήματος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. 
    Με έναν οιονεί θρησκευτικό τρόπο, ως οι εκπρόσωποι των Ιδρυτών στη Γη, οι Ρεπουμπλικάνοι επιτρέπουν στους εαυτούς τους να προβάλλουν τις σύγχρονες απόψεις τους αναδρομικά σε ανθρώπους που έχουν πεθάνει εδώ και αιώνες. 
    Όπως γράφει ο συνταγματολόγος Akhil Reed Amar στο έργο του America’s Constitution: A Biography, ο διαχωρισμός της εξουσίας για τη διεξαγωγή πολέμου μεταξύ της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας ήταν μια εσκεμμένη καινοτομία διότι "στην Αγγλία, ο βασιλιάς είχε την εξουσία τόσο να κηρύσσει πόλεμο όσο και να διοικεί τα στρατεύματα".
    Ο βασιλιάς θεωρούνταν η ενσάρκωση του λαού και, επομένως, οι αποφάσεις του σχετικά με τον πόλεμο και την ειρήνη δεν απαιτούσαν τη συγκατάθεσή τους. 
    Η Αμερική, ως γνωστόν, ιδρύθηκε πάνω στην αντίθετη παραδοχή.
    Ένας μονάρχης μπορεί να οδηγήσει το έθνος του σε πόλεμο για ασήμαντους ή προσωπικούς λόγους. 
Ένας πρόεδρος δεν θα έπρεπε να μπορεί να το κάνει.
    Η εξουσία που διεκδίκησε ο Τραμπ οδηγώντας την Αμερική σε πόλεμο εναντίον του Ιράν είναι, όπως και πολλές άλλες από τις καταχρήσεις εξουσίας του, μια έκφραση της ίδιας της τυραννίας που οι Συντάκτες του Συντάγματος (Framers) προσπαθούσαν ν' αποτρέψουν.
    Οι βασιλιάδες πάντα ενέπλεκαν και εξαθλίωναν τους λαούς τους σε πολέμους, προσποιούμενοι συνήθως, αν όχι πάντα, ότι ο στόχος ήταν το καλό του λαού, έγραψε το 1848 ένας νεαρός βουλευτής ονόματι Αβραάμ Λίνκολν. 
Αυτό «θεωρήθηκε ως η πιο καταπιεστική από όλες τις βασιλικές καταπιέσεις και αποφάσισαν να διαμορφώσουν το Σύνταγμα με τέτοιο τρόπο ώστε κανένας άνθρωπος μόνος του να μην κατέχει την εξουσία να επιφέρει αυτή την καταπίεση σε εμάς».
    Αυτό το απόσπασμα, παρεμπιπτόντως, είναι απαθανατισμένο στον ιστότοπο της Βουλής των Αντιπροσώπων, σε περίπτωση που κάποια μέλη του Κογκρέσου το αναζητούν.
    Ο Τζέιμς Μάντισον και ο Αλεξάντερ Χάμιλτον διαφωνούσαν ως γνωστόν για το πόσο ισχυρή θα έπρεπε να είναι η εκτελεστική εξουσία. 
    Παρά ταύτα, και οι δύο έβλεπαν την αρμοδιότητα του Κογκρέσου να κηρύσσει πόλεμο ως έναν περιορισμό στην εξουσία του προέδρου να εμπλέκεται σε αυτόν, όπως σημείωσε ο Ντέιμον Ρουτ στο περιοδικό Reason μετά το πλήγμα του Τραμπ κατά του Ιράν το περασμένο καλοκαίρι.

George Packer:  Ύβρις χωρίς ιδεαλισμό
Οι υποστηρικτές της "αυτοκρατορικής προεδρίας" γενικά επισημαίνουν ότι η πεποίθηση πως ο πρόεδρος θα έπρεπε πάντα να ζητά την άδεια του Κογκρέσου για τη χρήση στρατιωτικής βίας προσέκρουσε σε περιπλοκές πολύ νωρίς.
    Ο δεύτερος πρόεδρος, John Adams, εισήλθε στον ακήρυχτο "οιονεί πόλεμο" (quasi-war) με τη Γαλλία από το 1798 έως το 1800, αφού η Γαλλία της επαναστατικής περιόδου στοχοποίησε αμερικανικά εμπορικά πλοία στη θάλασσα. 
Ο τρίτος, ο Thomas Jefferson, πολέμησε τους Βερβερίνους πειρατές της χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου. 
    Όμως και στις δύο περιπτώσεις, αυτές οι συγκρούσεις ήταν περιορισμένες και αμυντικού χαρακτήρα.
    Παρά ταύτα, πρόεδροι και από τα δύο κόμματα έχουν διεκδικήσει την εξουσία να ενεργούν μονομερώς — όπως η απόφαση του Προέδρου Obama να παρέμβει στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης. 
    Οι Ιδρυτές δεν είχαν προβλέψει ότι οι νομοθέτες, αντί να φυλάττουν με ζήλο τη νομοθετική τους εξουσία, θα προτιμούσαν να αφήνουν τον πρόεδρο να "βγάζει το φίδι από την τρύπα" σε περίπτωση που μια στρατιωτική δράση αποδειχθεί μη δημοφιλής. Παρόλο που το Ψήφισμα για τις Πολεμικές Εξουσίες (War Powers Resolution) του 1973 ψηφίστηκε για να περιορίσει τη μονομερή διεξαγωγή πολέμου από τον πρόεδρο, οι πρόεδροι συχνά το αγνοούν και το Κογκρέσο τούς το επιτρέπει συχνά.
    Παρά ταύτα, εκείνοι οι προηγούμενοι πρόεδροι προσπάθησαν να διατυπώσουν σαφώς τους λόγους για τους οποίους οδηγούσαν τη χώρα σε πόλεμο — ακόμη κι αν πολλά από τα επιχειρήματά τους δεν ήταν πειστικά. 
    Με το Ιράν, ο Trump δεν μπήκε καν στον κόπο. Ο πρόεδρος προσπέρασε επιδεικτικά τους συνταγματικούς περιορισμούς που θεσπίστηκαν για να εμποδίσουν τους Αμερικανούς να παρασυρθούν σε μια στρατιωτική σύγκρουση την οποία δεν υποστηρίζουν ούτε επιθυμούν. 
    Κι όμως, αυτό συμβαίνει, επειδή το Κογκρέσο είναι πολύ αδύναμο και υποτελές για να διεκδικήσει τη συνταγματική του εξουσία απέναντι σε μια ανεξέλεγκτη εκτελεστική εξουσία.
    Η διαδικαστική ένσταση στον πόλεμο του Trump στο Ιράν δεν είναι ένα δευτερεύον ή επιφανειακό ζήτημα, παρά το πώς μπορεί να φαίνεται. 
    Η ένσταση αυτή είναι κεντρικής σημασίας για τον σχεδιασμό του Συντάγματος προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη η συγκατάθεση των κυβερνωμένων: 
    Οι Πρόεδροι δεν επιτρέπεται να οδηγούν τη χώρα σε πόλεμο, να δεσμεύουν την ισχύ της στην αναπόφευκτη μαζική καταστροφή ανθρώπινων ζωών, χωρίς την άδεια του λαού.
Αυτό κάνουν οι βασιλιάδες. 
Η Αμερική όμως, δεν είναι μοναρχία. 

*μεταφρασμένο άρθρο του Adam Serwer στο The Atlantic
Δημοσιεύτηκε στις 4 Μαρτίου, 2026 

Comments

Popular posts from this blog

History and Meaning of Curtsy

Idiom: "to lead someone up (or down) the garden path"