Το ουγγρικό μοντέλο του Βίκτορ Όρμπαν κατέρρευσε

 

Φωτογραφία: Robert Lansing Institute 



Ο Ούγγρος ηγέτης Viktor Orbán συνδύασε τη ρητορική περί υπεράσπισης των παραδόσεων της Ουγγαρίας με την υπόσχεση για ευημερία.

Όταν έπαψε να φέρνει ευχάριστα οικονομικά νέα στους εργαζόμενους, τα μηνύματα περί πολιτισμικού πολέμου δεν ήταν αρκετά για να τον σώσουν. 

Αντιδρώντας στην είδηση της ήττας του Viktor Orbán στις ουγγρικές εκλογές της Κυριακής, πολλοί από τους θαυμαστές του επέμειναν ότι, τελικά, είχε κάνει καλή δουλειά. 
Ο Jordan Bardella, πρόεδρος της γαλλικής Rassemblement National, έγραψε ότι ο Orbán είχε «οδηγήσει την οικονομική ανάκαμψη της Ουγγαρίας, προώθησε οικογενειακές πολιτικές που βοήθησαν στη διατήρηση του ποσοστού γεννήσεων και υπερασπίστηκε τα σύνορα της χώρας του και της Ευρώπης ενάντια στη μετανάστευση».

Ο Ολλανδός εθνικιστής ηγέτης Geert Wilders επέμεινε ότι ο Orbán ήταν «ο μόνος ηγέτης με κότσια στην ΕΕ».
Για άλλους, το γεγονός ότι είχε παραδεχτεί την ήττα του, απέδειξε το δημοκρατικό του πνεύμα. 

Πολλές αναφορές εστιάζουν στην αυταρχική κυριαρχία του Orbán στην εξουσία, είτε μέσω της επανασυγγραφής του Θεμελιώδους Νόμου του κράτους είτε μέσω του διορισμού ημετέρων στο Συνταγματικό Δικαστήριο.

Η επιρροή του κόμματός του, Fidesz, στα δημόσια μέσα ενημέρωσης και στο εκπαιδευτικό σύστημα, αποτέλεσε ένα ακόμη σημαντικό εργαλείο για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Ωστόσο, το γεγονός ότι ο Orbán ανατράπηκε στην κάλπη μας, αποδεικνύει ότι βασιζόταν σε μια οργανική μορφή υποστήριξης η οποία έχει εξαντληθεί.

Ενώ η συμμετοχή των ψηφοφόρων εκτοξεύτηκε την Κυριακή, η βάση του κόμματός του, Fidesz, συρρικνώθηκε από τα 3,1 στα 2,3 εκατομμύρια. 

Ο  Orbán στηρίχθηκε σε μια υπόσχεση για μια "κοινωνία βασισμένη στην εργασία" και μια οικονομία βασισμένη στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης.

Η ένταξη των Ούγγρων στην εργασία, υποστήριξε μετά την οικονομική κρίση του 2008, θα τους καθιστούσε πιο αυτόνομους από ό,τι αν βασίζονταν σε πιστώσεις ή σε προνοιακά επιδόματα.

Σε συγκεντρώσεις πριν από την ψηφοφορία της Κυριακής, ο Orbán μίλησε για αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας κατά περισσότερο από ένα εκατομμύριο από τότε που επέστρεψε στην εξουσία το 2010 (η αύξηση, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ήταν πλησιέστερα στις 750.000).

Το εύθραυστο οικοδόμημα των Orbánomics 

Ωστόσο, αν και υπήρξε ταχεία πρόοδος σε αυτόν τον δείκτη μέχρι τις εκλογές του 2022, αυτή αναχαιτίστηκε απότομα. 

Η πανδημία της COVID-19 και η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία υπέσκαψαν το κοινωνικό συμβόλαιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν τα Orbánomics.
Όπως επισημαίνει ο Dávid Karas, ενώ η ρητορική του Orbán μετά την κρίση του 2008 επικεντρώθηκε στην ανάκτηση της "κυριαρχίας", το σχέδιο για τις θέσεις εργασίας στην Ουγγαρία παρέμεινε εξαρτημένο από τις ξένες άμεσες επενδύσεις, από τις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες έως τις κινεζικές εταιρείες ηλεκτρικών μπαταριών. 

Η κυβερνητική πολιτική δεν λειτούργησε προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά προς τη δημιουργία ενός εργατικού δυναμικού χαμηλού κόστους, ελκυστικού για ιδιώτες, πολυεθνικούς επενδυτές. Το μοντέλο του παρέμεινε εκτεθειμένο στους παγκόσμιους κλυδωνισμούς, που κυμαίνονταν από τις πιέσεις της ΕΕ (αλλά και του Trump) για απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, έως την πιο πρόσφατη πολεμοκαπηλία των ΗΠΑ και του Ισραήλ. 

Τα κύρια οικονομικά δεδομένα δεν είναι το μόνο κλειδί για την κατανόηση της ήττας του Orbán.

Το γεγονός ότι ο τελικός νικητής, Péter Magyar, προερχόταν από το κόμμα Fidesz του Orbán προτού βοηθήσει στην αποκάλυψη ενός από τα μεγαλύτερα σκάνδαλά του (την κρατική συγκάλυψη σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών), δείχνει και την κατάρρευση της ηθικής εξουσίας του κόμματός του.

Ωστόσο, η άνοδος και η πτώση του Orbán μπορούν, με τους πιο βασικούς όρους, να αναχθούν σε παραμέτρους που είναι επίσης χρήσιμες για την κατανόηση άλλων πλαισίων, ακόμη και του ιδεολογήματος του Τραμπισμού. 
Ο δεξιός πολιτικός οικοδόμησε έναν νέο εκλογικό συνασπισμό που εκτεινόταν στη μεσαία και την εργατική τάξη, ενσωματώνοντας μάλιστα μια μεγάλη ψήφο εθνοτικών μειονοτήτων, αλλά τελικά εξάντλησε την πίστη αυτών των υποστηρικτών στο πρόσωπό του. 

Ξένοι Θαυμαστές

Για τους διεθνείς θαυμαστές του Orbán, τα αποτελέσματα είχαν μικρότερη σημασία από το αφήγημα που κρυβόταν πίσω από αυτά.

Οι ύβρεις του εναντίον των "συνωμοσιολόγων της παγκοσμιοποίησης" και οι ισχυρισμοί του περί προάσπισης της κυριαρχίας απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, πρόσφεραν μια ηρωική ιστορία για τους δικούς τους αγώνες.

Ήταν ένα πολιτισμικό αφήγημα για τις σκοτεινές απειλές κατά της Δύσης και την αντίσταση εναντίον τους.  

Σε συντηρητικές συναντήσεις, όπως τα συνέδρια NatCon που χρηματοδοτούνται από δεξαμενές σκέψης (think tanks) προσκείμενες στη Βουδαπέστη, ο Orbán εντυπωσίαζε τα ξένα ακροατήρια εμφανιζόμενος ως ένας Δαβίδ που πολεμά τους "παγκοσμιοποιητές" Γολιάθ — τον George Soros, ή τον "πολιτισμικό Μαρξισμό", ή ακόμη και το ίδιο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Ο Orbán ήθελε να δώσει ξανά τη μάχη της αντικομμουνιστικής επανάστασης του 1989 και πρόσφερε σε άλλους δεξιούς μια θέση στο πλευρό του. 


Ήταν η Ουγγαρία μια συντηρητική ουτοπία;

Οι υποστηρικτές του Ορμπανισμού, εντυπωσιάζονταν εύκολα από τις διαφημιστικές πινακίδες στο αεροδρόμιο της Βουδαπέστης που διακήρυτταν τις οικογενειακό - κεντρικές  πολιτικές της Ουγγαρίας και την ασφάλεια του κέντρου της πόλης.

Η επίσκεψη στις τουριστικές περιοχές της πρωτεύουσας (η οποία από το 2019 ελέγχεται από έναν Πράσινο δήμαρχο της αντιπολίτευσης) πρόσφερε πάντα μια περιορισμένη κατανόηση του Orbánism.

Η κατασκευαστική άνθηση και ο αυξανόμενος αριθμός των Ρομά στην εργασία σίγουρα συνέβαλαν περισσότερο στην υποστήριξη του Orbán από ό,τι οι φοιτητές που ενθουσιάζονταν με τον συντηρητικό ιδεολόγο Roger Scruton.

Στην πράξη, οι περίφημες πολιτικές ενθάρρυνσης των γεννήσεων, όπως οι φοροαπαλλαγές για τις εργαζόμενες οικογένειες, ελάχιστα βοήθησαν στην ανάσχεση της μακροπρόθεσμης πτώσης του ποσοστού των γεννήσεων. 

Πολιτισμικός πόλεμος: Το τελευταίο καταφύγιο του Orbán

Πριν από αυτές τις εκλογές, φαινόταν ότι ο πολιτισμικός πόλεμος ήταν το μόνο που είχε απομείνει στον Orbán, και αυτό ήταν αρκετό για να εξασφαλίσει τη στήριξη του Donald Trump και του J. D. Vance. 
Ζητήματα όπως η κακή κατάσταση του δημόσιου συστήματος υγείας και η αναστροφή των οικονομικών τάσεων για τις οποίες ο Orbán καυχιόταν παλαιότερα, έγιναν απλώς πηγή αμηχανίας για τον υποτιθέμενο ισχυρό άνδρα. 


Οι προσπάθειες να παρουσιαστεί ο Magyar ως όργανο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ουκρανού προέδρου Volodymyr Zelenskyy, μπορεί να συσπείρωσαν τους πιστούς του κόμματος Fidesz, αλλά φάνηκαν να απέχουν πολύ από τις ανησυχίες που κινητοποίησαν τους περισσότερους ψηφοφόρους. 

Ωστόσο, η αποτυχία των προσπαθειών του Orbán να δαιμονοποιήσει τον Magyar ως έναν επικίνδυνο ριζοσπάστη, αναδεικνύει και μια άλλη πτυχή αυτού του αποτελέσματος: αυτή η εκλογική μετατόπιση δεν αντιπροσωπεύει μια δραστική αναθεώρηση των πολιτικών παραδοχών.

Ο Magyar είναι συντηρητικός και, στη δική του προεκλογική εκστρατεία, παρέμεινε κοντά σε πολλές από τις υποσχέσεις του ίδιου του Fidesz, ιδίως όσον αφορά την κοινωνική πολιτική και τη μετανάστευση.

Οι σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούν μια πιο προφανή αλλαγή, όχι τόσο επειδή ο Orbán αντιστάθηκε στη στροφή του μπλοκ προς τις αυξημένες εξοπλιστικές δαπάνες (δεν το έκανε), αλλά στο βαθμό που συχνά μπλόκαρε την βοήθεια της ΕΕ προς την Ουκρανία, 

Η επιτυχία του Magyar θα μπορούσε να εκληφθεί ως απόδειξη για ένα επιχείρημα που η ριζοσπαστική αριστερή σκέψη παραδοσιακά απορρίπτει:

Ότι ο τρόπος για να νικηθεί η σκληρή δεξιά του Orbán ήταν η ανάδειξη μιας μετριοπαθούς, ικανής εναλλακτικής που καταλαμβάνει τον χώρο του κέντρου. Στη μακρά πορεία προς αυτές τις εκλογές, το κεντροδεξιό κόμμα Tisza του Magyar κατάφερε να απορροφήσει τον φιλελεύθερο-αριστερό χώρο, παραμένοντας ταυτόχρονα αποστασιοποιημένο από συγκρούσεις, όπως η απαγόρευση της παρέλασης Pride στη Βουδαπέστη.

Ο Magyar υιοθέτησε επίσης μια σκληρή γραμμή κατά της μετανάστευσης. Ο Orbánism είχε προσφέρει στους ψηφοφόρους του ένα μονοπάτι προς τη μεσοαστική ευημερία, και ήταν με αυτό ακριβώς το πνεύμα που πολλοί από αυτούς στράφηκαν στο Tisza. 

Ωστόσο, οι παλαιότερες επιτυχίες του Orbán αναδεικνύουν επίσης τα όρια αυτής της κεντρώας προσέγγισης. Όπως και άλλες σύγχρονες δεξιές λαϊκιστικές δυνάμεις, το Fidesz κέρδισε όταν διεύρυνε τη βάση του με την υπόσχεση μιας οικονομικής λύτρωσης.

Όταν ο Orbánism ισχυριζόταν ότι αψηφά τον νεοφιλελευθερισμό και ενισχύει την απασχόληση, αυτό είχε αποτέλεσμα εξαιτίας των αποτυχιών των κυβερνήσεων της εποχής της κρίσης, υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών και των κεντρώων συμμάχων τους.

Ο Magyar κέρδισε όχι μόνο επειδή φαινόταν πιο ικανός, αλλά επειδή μετά από δεκαέξι χρόνια, το εναλλακτικό μοντέλο του Orbán για μια "οικονομία βασισμένη στην εργασία" είχε δοκιμαστεί μέχρι εξαντλήσεως. 

Ορισμένοι Ούγγροι σοσιαλιστές με τους οποίους μίλησα κατά τη διάρκεια αυτής της εκστρατείας δεν ήταν ενθουσιασμένοι που έπρεπε να ψηφίσουν αυτό το "μη χείρον βέλτιστον", αλλά ήταν κατενθουσιασμένοι με την ήττα του Orbán.

Η άνοδος του Magyar δεν προσφέρει ούτε άμεση αλλαγή ούτε καν την υπόσχεση γι' αυτήν:
Οι παγκόσμιοι κλυδωνισμοί που συντέλεσαν στην εξάλειψη του μοντέλου του Orbán επιδεινώνονται αντί να βελτιώνονται, και φαίνεται απίθανο αυτή η ήττα να συνετίσει τον Trump.


*Κείμενο του David Broder για το Jacobin Magazine
Ο David Broder είναι αρχισυντάκτης του Jacobin για την Ευρώπη και ιστορικός του γαλλικού και ιταλικού κομμουνισμού. 

Comments

Popular posts from this blog

History and Meaning of Curtsy

Idiom: "to lead someone up (or down) the garden path"