Σε μόνιμη αναμονή: Η μοίρα των Κούρδων του Ιράν στον καταυλισμό Κάουα

Κορίτσια κάθονται σε έναν τοίχο για να έχουν καλή οπτική γωνία καθώς οι άνθρωποι ανεβαίνουν τα βουνά με αναμμένους πυρσούς και πυροτεχνήματα για το Νεβρόζ (Nowruz) στην Άκρη, στην κουρδική περιοχή του Ιράκ. Φωτογραφία: Claire Harbage/NPR
 


Οικογένειες που γλίτωσαν από την επανάσταση και τον πόλεμο πριν από δεκαετίες, ζουν πλέον για ολόκληρες γενιές χωρίς υπηκοότητα, σταθερή εργασία ή πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, με τη ζωή τους να ορίζεται από την αναμονή για λύσεις που δεν φτάνουν ποτέ.

Αλληλουχίες από χαμηλά τσιμεντένια σπίτια ξεπροβάλλουν μέσα από την καταχνιά της ανοιξιάτικης ζέστης στο τέλος ενός χωματόδρομου, περίπου 30 χιλιόμετρα νότια της Ερμπίλ, στην Περιφέρεια του Κουρδιστάν στο Ιράκ (KRI).


Μια σειρά από εργαστήρια και καταστήματα παραμένουν σχεδόν άδεια.

Οι ιδιοκτήτες τους στέκονται στην είσοδο, περιμένοντας πελάτες που σπάνια έρχονται.
Αυτό είναι το Κάουα, ένας άτυπος οικισμός με κακοσυντηρημένους δρόμους και μικρές τσιμεντένιες μονάδες — το επίκεντρο μιας ζωής που βρίσκεται σε αναστολή.

Εκεί, όπου κατοικούν εκατοντάδες οικογένειες Κούρδων από το Ιράν, έχει κανείς την αίσθηση ότι ο χρόνος έχει σταματήσει.


Από την επανάσταση στην προσφυγιά: Το ταξίδι του Raheem και η μνήμη του Al Tash 

Στη σκιά μιας βιτρίνας, μια γυναίκα κάθεται παρακολουθώντας τον δρόμο.

Πίσω της, μέσα σε ένα μικρό εργαστήριο, ο Raheem Abdulmuhamad Mahmoud βρίσκεται επί το έργον.
Σήμερα στα πενήντα του, ο Raheem έφτασε εδώ το 2005 από την Ανμπάρ, στο νότιο Ιράκ.

Όπως χιλιάδες άλλοι, έφυγε από το Ιράν ως παιδί μετά την Επανάσταση του 1979. «Ήμουν περίπου έξι ετών όταν φτάσαμε εδώ από το Ιράν, κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράκ-Ιράν», θυμάται.

Το ταξίδι του Raheem αντικατοπτρίζει εκείνο των χιλιάδων Κούρδων του Ιράν που ξέφυγαν από τις διώξεις υπό τον Αγιατολάχ Χομεϊνί.

Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στον καταυλισμό Al Tash κοντά στο Ραμάντι, ο οποίος φιλοξένησε πάνω από 12.000 άτομα για δύο δεκαετίες.

Ο καταυλισμός, που χτίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 από την ιρακινή κυβέρνηση, έγινε το σπίτι για οικογένειες που αργότερα αναγνωρίστηκαν ως πρόσφυγες από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR). 


Για πολλούς, το ταξίδι ήταν μια μακρά πορεία προς το Κάουα. 
Μετά την πτώση του καθεστώτος του Σαντάμ το 2003, η έλλειψη ασφάλειας στο κεντρικό Ιράκ —που επιδεινώθηκε από την Αλ Κάιντα και τις σφοδρές μάχες— τους ώθησε να τραπούν και πάλι σε φυγή.
Καθώς το Al Tash έγινε εχθρικό έδαφος λόγω των συνεχών επιθέσεων και της υποβάθμισης των υπηρεσιών, οι κάτοικοι αναζήτησαν καταφύγιο αλλού.

Από την προσωρινή σκηνή στην μόνιμη λήθη: Η γέννηση του οικισμού Κάουα 

Μέχρι το 2005, η υπηρεσία προσφύγων του ΟΗΕ και η Περιφερειακή Κυβέρνηση του Κουρδιστάν (KRG) συμφώνησαν στη δημιουργία του οικισμού Κάουα.

Σκηνές στήθηκαν 30 χιλιόμετρα νότια της Ερμπίλ με την υποστήριξη μιας τοπικής ΜΚΟ. 
Ένα αρχικά, προσωρινό καταφύγιο, δεν άργησε να γίνει μόνιμη εστία.

Ωστόσο, δεκαετίες μετά, το νομικό καθεστώς αυτών των οικογενειών παραμένει «παγωμένο». 
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ (UNHCR) από τον Μάρτιο του 2026, υπάρχουν σήμερα περίπου 8.953 Ιρανοί πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο στο Ιράκ. 

Η επιβίωση στο Κάουα είναι ένας διαρκής αγώνας για το μεροκάματο. Ο Raheem καθαρίζει κοτόπουλα για τους γείτονές του, μια εργασία που επιβαρύνει την υγεία του.
 «Δεν πουλάω καν κοτόπουλα. Απλώς τα καθαρίζω για 1.000 δηνάρια (περίπου 0,65 δολάρια)», εξηγεί.
Μετά από εννέα χρόνια, το τίμημα είναι εμφανές.
«Έπαθα αλλεργία από τα πούπουλα και δεν υποτίθεται ότι πρέπει να κάνω πια αυτή τη δουλειά, αλλά αναγκάζομαι, γιατί δεν υπάρχουν άλλες επιλογές για μένα εδώ».
Μετά από δεκαετίες εκτοπισμού, ο Raheem αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα της ανιθαγένειας.

 Το μοναδικό του επίσημο έγγραφο είναι η Iqama — η κάρτα διαμονής που εκδίδει η Περιφέρεια του Κουρδιστάν στο Ιράκ (KRI) για τους ξένους.

Παρόλο που του εξασφαλίζει νόμιμη παρουσία, η έλλειψη πλήρους υπηκοότητας περιορίζει τις ευκαιρίες απασχόλησης, καθιστώντας τη βασική υγειονομική περίθαλψη οικονομικά απρόσιτη.
«Δεν έχουμε υπηκοότητα, δεν έχουμε δικαιώματα», λέει ο Raheem. 
«Χρειάζομαι επειγόντως εγχείρηση στα μάτια και δεν έχω την οικονομική δυνατότητα. Κάθομαι και περιμένω, ενώ κανείς δεν με έχει βοηθήσει».
Κατηγορεί τον ΟΗΕ ότι αντιμετωπίζει την κοινότητά του ως μια κλεισμένη υπόθεση. «Ο ΟΗΕ μας έχει φερθεί άσχημα».

Χίουα

Γεννημένος στην προσφυγιά, ο Χίουα —το όνομα του οποίου έχει αλλάξει για λόγους ασφαλείας— διατηρεί ένα μικρό κρεοπωλείο.

Στις αρχές της δεκαετίας των τριάντα, ανήκει σε μια γενιά που δεν γνώρισε ποτέ το Ιράν, έναν τόπο που η οικογένειά του άφησε πίσω πολύ πριν γεννηθεί ο ίδιος.

Γεννημένος στο Ιράκ, έφτασε στο Κάουα ως έφηβος γύρω στο 2007, περνώντας επτά χρόνια σε μια σκηνή προτού μετακομίσει σε μια τσιμεντένια μονάδα.

Σήμερα, φέρει τα σημάδια μιας ζωής που δεν ανήκει πουθενά.
«Και οι δύο γονείς μου είναι Ιρανοί, αλλά εγώ είμαι ανιθαγενής», λέει, με τη φωνή του να προδίδει μια βαθιά και παλιά απογοήτευση. 
«Ποιο είναι το νόημα να είμαι ανιθαγενής; Εγώ δεν έχω κάνει κανένα λάθος».


Επειδή η οικογένειά του δεν διαθέτει ιρανικά έγγραφα, δεν μπορούν να επιστρέψουν, ούτε καν για επίσκεψη.
«Έχουμε μόνο την Iqama», λέει, περιγράφοντας τη σκληρή πραγματικότητα: «Είμαστε παγιδευμένοι εδώ γιατί το Ιράν δεν μας θέλει και το Ιράκ δεν μας δέχεται· νιώθουμε εγκλωβισμένοι στη μέση».
Η διατήρηση της Iqama αποτελεί εμπόδιο, καθώς απαιτεί έναν τοπικό εγγυητή και μια ετήσια συνδρομή. 
Αν και παρέχει δικαιώματα στέγασης και απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, απαγορεύει τη μετακίνηση προς το Ομοσπονδιακό Ιράκ.
Για όσους δεν τη διαθέτουν, ο μόνος συνδετικός κρίκος με το σύστημα είναι ένα πιστοποιητικό της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ —ένα έγγραφο απαραίτητο για τη νόμιμη διαμονή— ωστόσο πολλοί εδώ το απορρίπτουν ως «άχρηστο».
Όπως και οι γείτονές του, ο Χίουα έχει μια νεαρή οικογένεια και παλεύει να τα βγάλει πέρα.

Άνοιξε το μαγαζί του στις 5:00 το πρωί, αλλά μέχρι το μεσημέρι δεν είχε σχεδόν καθόλου πελάτες.
«Οι άνθρωποι ζουν χωρίς καμία ελπίδα», λέει. «Αν υπήρχε ευκαιρία, θα πήγαιναν στην Ευρώπη με τα πόδια». 
Περιγράφει μια γειτονιά όπου οι άνδρες εργάζονται στις κατασκευές, στον καθαρισμό των δρόμων ή ως ελαιοχρωματιστές, κερδίζοντας το πενιχρό ποσό των 300.000 δηναρίων (194,67 €)  τον μήνα.

Ακόμη και αυτό το μικρό εισόδημα ωστόσο, είναι αβέβαιο.

«Κάποιες μέρες δεν βγάζουν καθόλου χρήματα γιατί όλα πηγαίνουν στις μεταφορές», εξηγεί ο Χίουα.

«Αν δεν ήμασταν εργατικοί, θα είχαμε πεθάνει από την πείνα». 

Ο Σαΐντ και η σύζυγός του

Μέσα σε ένα ευρύχωρο καθιστικό, μια γυναίκα αναλογίζεται μια ζωή που πέρασε σε αναστολή, ενώ ο σύζυγός της είναι αφοσιωμένος στην μεσημεριανή προσευχή. 

«Μας έχει κάψει ο εκτοπισμός», λέει.
Το ζευγάρι, γονείς έξι παιδιών, πέρασε στο Ιράκ το 1980. 
Περιγράφουν τα σαράντα χρόνια που ακολούθησαν ως έναν ενιαίο αγώνα δεκαετιών.

«Δεν είχαμε κανένα απολύτως μέλλον», εξηγεί εκείνη. 
«Τα παιδιά μας δεν μπορούν να βρουν δουλειά και εμείς δεν μπορούμε να βγάλουμε κανένα επίσημο έγγραφο, οπότε δεν έχουμε κανένα δικαίωμα στην εργασία. Απλώς τα βγάζουμε πέρα με μεροκάματα». 

Με καταγωγή από την κουρδική επαρχία Κερμανσάχ, οι ζωές τους ανατράπηκαν από το ξέσπασμα του πολέμου Ιράν-Ιράκ.

Παιδιά-φαντάσματα: Μια γενιά χωρίς χαρτιά και χωρίς μέλλον

Ως παλιοί κάτοικοι του καταυλισμού Al Tash, βρέθηκαν να ξεκινούν πάλι από το μηδέν το 2006, όταν έφτασαν στο Κάουα.
Η πραγματικότητα της κατάστασής τους έγινε σύντομα αισθητή: 
Χωρίς αναγνωρισμένα έγγραφα, τα παιδιά τους —σήμερα ηλικίας 13 έως 22 ετών— είναι «φαντάσματα» για το σύστημα. 
Τα πιστοποιητικά σπουδών τους δεν αναγνωρίζονται και δεν μπορούν να περάσουν από κανένα σημείο ελέγχου έξω από την Περιφέρεια του Κουρδιστάν
«Δεν έχουμε τίποτα εδώ», λέει ωμά ο Σαΐντ Αχμάντ (Saeed Ahmad). 
«Τα παιδιά μου έχουν ένα χαρτί του ΟΗΕ για να πηγαίνουν σχολείο. Αλλά το μέλλον μας έχει χαθεί». 

Η εξάρτησή τους από περιστασιακές εργασίες τους αποφέρει λιγότερα από 10.000 δηνάρια (περίπου 6,50 €) την ημέρα, αφήνοντάς τους βυθισμένους στα χρέη και με απλήρωτους λογαριασμούς ρεύματος.
Ο Σαΐντ κατηγορεί τον ΟΗΕ για το «μόνιμο εκκρεμές» στο οποίο βρίσκονται, ανακαλώντας τη μετακίνηση του 2005 περισσότερο ως προδοσία παρά ως διάσωση.

Εδώ, το αίσθημα της εγκατάλειψης είναι διάχυτο σε πολλούς. 
«Ο ΟΗΕ μας πέταξε εδώ, μας άφησε μόνους και δεν νοιάστηκαν», λέει με φωνή που σκληραίνει. 
«Έχουν περάσει επτά ή οκτώ χρόνια και δεν μας έχουν καν επισκεφθεί».


Σημειώνει ότι η κουρδική κυβέρνηση είχε προειδοποιήσει τον ΟΗΕ εξαρχής ότι μπορούσε να παράσχει μόνο τη γη και την εγγραφή στα σχολεία, και όχι συνεχή βοήθεια.

Όταν ερωτώνται για την επιστροφή στην πατρίδα τους, το ζευγάρι εμφανίζεται διστακτικό όσον αφορά τις πολιτικές αλλαγές στο Ιράν. 
Αυτό που χρειάζονται είναι έμπρακτες διαβεβαιώσεις ασφαλείας. «Δεν μας νοιάζει αν θα πέσει το καθεστώς ή όχι», λέει ο Σαΐντ.

«Αλλά αν μας αποζημιώσουν, μας δεχτούν πίσω νόμιμα και ψηφίσουν έναν νόμο περί αμνηστίας, θα ήταν καλύτερα από το να ζούμε εδώ».
Τελικά, ο Σαΐντ και η σύζυγός του επιθυμούν μόνο να υπάρχουν μέσα στο πλαίσιο του νόμου, είτε εδώ στο Ιράκ είτε πίσω στο Ιράν.


Σήμερα, το ζευγάρι ανανεώνει τα έγγραφα του ΟΗΕ κάθε δύο χρόνια, αλλά έχει χάσει κάθε πίστη στη γραφειοκρατία.

«Δεν μπορούμε ούτε καν να περάσουμε από σημείο ελέγχου με αυτά. Δεν μπορούμε να βρούμε δουλειά, ούτε να έχουμε εκπαίδευση. Είναι άχρηστα — απλώς ένα κομμάτι χαρτί».
Η απογοήτευση του Σαΐντ είναι ολοφάνερη.

«Δεν είναι λογικό να βρισκόμαστε εδώ 47 χρόνια και να μην έχουμε κανένα δικαίωμα», λέει. 
«Θέλουμε το Ιράκ είτε να μας δώσει υπηκοότητα είτε να μας στείλει πίσω στο Ιράν».
Παρόλο που ο ιρακινός νόμος προσφέρει θεωρητικά μια οδό για την απόκτηση υπηκοότητας μετά από 10 χρόνια παραμονής ή μέσω γάμου, τα διοικητικά εμπόδια την καθιστούν αδύνατη για τους Κούρδους πρόσφυγες από το Ιράν.

Η πραγματικότητα του διπλού εκτοπισμού είναι η ιστορία ενός λαού που, αφού διέφυγε από το Ιράν, βρέθηκε να ετοιμάζει ξανά τις αποσκευές του όταν η ζωή έγινε επικίνδυνη ακόμη και στο Ιράκ.

Ο Χουσεΐν Γκολάμ Αλί, ένας ηλικιωμένος άνδρας, βίωσε από πρώτο χέρι την απώλεια της ασφάλειας, για δεύτερη φορά στο Ιράκ.

Ενώ στους Κούρδους του Ιράν στο Ραμάντι παρέχονταν από την κυβέρνηση δέματα τροφίμων τρίμηνης διάρκειας, η υποστήριξη αυτή σταμάτησε απότομα το καλοκαίρι του 2003.
Για τον Χουσεΐν, που τώρα ζει σε ένα σπίτι χτισμένο από μια ΜΚΟ, η επιβίωση είναι ζήτημα συλλογικής φιλανθρωπίας.

Δείχνει τα υπάρχοντά του, σημειώνοντας ότι σχεδόν όλα προέρχονται από δωρεές. «Κάποιοι άνθρωποι μας φέρνουν χρήματα και βοήθεια κάθε μήνα», λέει· είναι ο μοναδικός τρόπος ώστε η οικογένειά του να συνεχίσει να τα βγάζει πέρα. 


Καθισμένος σε ένα χαλί, δείχνει τα μελανιασμένα πόδια του.
«Είμαι βαριά άρρωστος — έχω κάνει εγχείρηση στην καρδιά, έχω προβλήματα με την πίεση», λέει. 
Η κατάστασή του τον εμποδίζει να εργαστεί, αφήνοντας τον γιο του ως τον μοναδικό προστάτη για μια οικογένεια χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας.

Στο έλεος της καλοσύνης: Η επιβίωση ως πράξη αλληλεγγύης

Ο Χουσεΐν δεν έχει καμία πρόθεση να επιστρέψει στο Ιράν.

Με τους οικογενειακούς δεσμούς να έχουν κοπεί προ πολλού και τις ακατάπαυστες εντάσεις, είναι αδύνατον να φανταστεί το μέλλον στο Ιράν.

«Βομβαρδίζονται, τα πάντα είναι υπερβολικά ακριβά», σημειώνει.
«Βρισκόμαστε εδώ πάρα πολύ καιρό».
Προς το παρόν, η ζωή του Χουσεΐν εξαρτάται από την καλοσύνη των ξένων.

Παρόλο που κατέχει Iqama, η έλλειψη σταθερού εισοδήματος σημαίνει ότι δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά τα φάρμακα που χρειάζεται απεγνωσμένα.

Εκφράζει βαθιά ευγνωμοσύνη προς έναν γιατρό που του παρέχει τα φάρμακά του δωρεάν — μια μικρή παρηγοριά σε μια ζωή που ορίζεται από την αστάθεια.
Στο Κάουα, η πραγματικότητα είναι μια εύθραυστη ύπαρξη όπου η επιβίωση βασίζεται στην αλληλεγγύη των ατόμων, και όχι στους τοπικούς θεσμούς ή σε ένα σύστημα του ΟΗΕ που απογοήτευσε τους ανθρώπους.

Οι κάτοικοι εξακολουθούν να στηρίζονται ο ένας στον άλλο, περιμένοντας ένα μέλλον βασισμένο σε δικαιώματα, το οποίο παραμένει απρόσιτο.

Άρθρο της Gisella Ligios για το Middle East Uncovered, δημοσιευμένο στις 28 Απριλίου, 2026 
 

 

Comments

Popular posts from this blog

History and Meaning of Curtsy

Idiom: "to lead someone up (or down) the garden path"